ἐπιστρέφῃς

ἐπιστρέφω
turn about
pres subj act 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επιστρεφής — ἐπιστρεφής, ές (Α) 1. αυτός που στρέφει τον νου ή τα μάτια του κάπου, άγρυπνος, προσεκτικός («ἐπιστρεφὴς ῥήτωρ»(Ξεν.) 2. ακριβής, αυστηρός («ἐπιστρεφεστέρας... καταγραφάς», «ἐπιστρεφής ἀρχή») 3. ευλύγιστος 4. (για τραγούδι αηδονιού) ποικίλος 5.… …   Dictionary of Greek

  • ἐπιστρεφής — turning one s eyes masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστρεφῆ — ἐπιστρεφής turning one s eyes neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐπιστρεφής turning one s eyes masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐπιστρεφής turning one s eyes masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστρεφέστερον — ἐπιστρεφής turning one s eyes adverbial comp ἐπιστρεφής turning one s eyes masc acc comp sg ἐπιστρεφής turning one s eyes neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστρεφεῖ — ἐπιστρεφής turning one s eyes masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἐπιστρεφής turning one s eyes masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστρεφές — ἐπιστρεφής turning one s eyes masc/fem voc sg ἐπιστρεφής turning one s eyes neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστρεφεστέρους — ἐπιστρεφής turning one s eyes masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστρεφέως — ἐπιστρεφής turning one s eyes adverbial (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστρεφῶς — ἐπιστρεφής turning one s eyes adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιστρεφεστέρα — ἐπιστρεφεστέρᾱ , ἐπιστρεφής turning one s eyes fem nom/voc/acc comp dual ἐπιστρεφεστέρᾱ , ἐπιστρεφής turning one s eyes fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.